Γιάννης Μαγκλής «Γιατί;»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Howard Pyle

Γιάννης Μαγκλής «Γιατί;»

Το διήγημα προέρχεται από τη συλλογή διηγημάτων «Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί» (1956) και αποτυπώνει χαρακτηριστικά το ανθρωπιστικό πνεύμα της πεζογραφίας του Γ. Μαγκλή.

Σουρούπωνε και η μάχη που είχε αρχίσει σύναυγα κόπασε πια. Λίγη ώρα πριν έπεφτε ακόμη αραιό λιανοντούφεκο. Κάποιος θερμόαιμος χτυπούσε στο πείσμα του οχτρού.
         Όμως τώρα ήταν πλέρια ησυχία. Ο μεγάλος ήλιος που ολημερίς τσουρουφλούσε φίλους κι οχτρούς είχε γυρίσει πια να ξεκουραστεί. Σιχάθηκε να βλέπει τους ανθρώπους να σκοτώνονται συναμεταξύ τους κι έκλεισε τα μάτια να ξεχάσει.
         Ο νέος στρατιώτης ακούμπησε απάνω στο βράχο το ντουφέκι και το κράνος, άνοιξε τα χέρια πλατιά να ξεμουδιάσει το απανωκόρμι, ανάσανε βαθιά κάνα δυο φορές και βιαστικός βάλθηκε να κατηφορίζει την πλαγιά, να φτάξει πιο γρήγορα στη ρεματιά που από χτες είχε σημάνει μια φλεβίτσα γάργαρο, πεντακάθαρο νερό. Ήτανε δροσιά κάτω εκεί και το βρεμένο χορτάρι μύριζε όμορφα. Ο νέος στρατιώτης έσκυψε πάνω από την ξεχειλισμένη γουρνίτσα κι ήπιε άφθονο το κρύο νεράκι. Η φλόγα έσβησε από τα σωθικά του.
         «Αχ, τι δροσιά...», είπε. Έσκυψε πάλι, χούφτιασε το νερό και το ‘χυσε στο πρόσωπο κι απάνω στο κεφάλι. Δροσίστηκε, καθαρίστηκε, μέρεψε. Έγινε άλλος άνθρωπος. Σήκωσε ψηλά το κεφάλι κοίταξε τον ουρανό και μίλησε χαρούμενα.
         - Θε μου, όμορφη ‘ναι η ζωή του ανθρώπου. Κάνε με το καλό να τελέψει γρήγορα ο πόλεμος, να γυρίσω πίσω στο σπίτι κοντά στη γριά μανούλα που με καρτερά και κοντά στ’ αδέρφια μου.
         Τέλεψε το λόγο, χάιδεψε ακόμα με το χέρι, με το μάτι το δροσερό νεράκι. Σηκώθηκε να φύγει. Αξάφνου άκουσε πλάι του περπατηξιά, εκεί, από την άλλη μεριά της ανηφόρας, κι έστριψε απότομα το κεφάλι να δει.
         Ένας άλλος στρατιώτης, οχτρός, κατέβαινε και τούτος ξέγνοιαστος και ξαρμάτωτος, να πιει από τη γουρνίτσα, να δροσιστεί και, με τον τρόπο τούτο, να ευχαριστήσει το Θεό, που τον προστάτεψε και τον φύλαξε και τη μέρα τούτη.
         Μα ο πρώτος στρατιώτης ξέχασε ολότελα τα όσα τώρα δα είπε αγναντεύοντας τον ήσυχο ουρανό και μονοστιγμής τράβηξε από τη μέση του το πιστόλι και το πρότεινε στον οχτρό.
         Ο άλλος που ερχότανε διψασμένος από την ολοήμερη κάψα, κι ένιωθε κιόλας να λαγαρίζει μέσα του το τρεχούμενο νεράκι και να του δροσίζει τα πυρωμένα σωθικά, τρομαγμένος τώρα μπρος στο απλωμένο πιστόλι σήκωσε μονομιάς τα χέρια και κάτι είπε στη γλώσσα του παρακλητικά, με φοβισμένη, συγκινημένη φωνή. Τάχατες ήθελε να πει:
         - «Κοίταξέ με, αδερφέ μου, είμαι ολομόναχος και άοπλος. Δίψασα πολύ και ήρθα να πιω λίγο νεράκι. Λυπήσου με, είμαι αθώος, χάρισέ μου τη ζωή. Κοίταξε, είμαι νέος πολύ και ξέρεις, μια γριά μάνα που δεν έχει στον κόσμο άλλο κανένα, με καρτερά».
         Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό.
         Ο άνθρωπος κυλίστηκε πάνω στη γης σπαράζοντας και βογκώντας.
         Ο νέος στρατιώτης, νευρικός πολύ, σίμωσε το χτυπημένο και στάθηκε απάνω του κοιτώντας τον.
         Ο ξένος ήτανε πεσμένος ανάσκελα. Σάλευε σπασμωδικά, κούναγε τα πόδια κι έσφιγγε τα δυο χέρια του απάνω στο στήθος.
         Τα χλωμά πονεμένα χείλη κινιόντουσαν σιωπηλά. Τα ορθάνοιχτα μάτια κοιτούσαν γιομάτα απορία και φόβο το νέο στρατιώτη. Και πάνω σε όλο το πρόσωπο: μέτωπο, μάτια, χείλη, ήταν περιχυμένα ο ανθρώπινος πόνος και το ξάφνιασμα.
         Του νέου στρατιώτη τού φάνηκε σαν να τόνε ρωτούσε:
         «Γιατί το ‘κανες το κακό τούτο, αδερφέ μου άνθρωπε; Γιατί θέλησες να κριματιστείς, να πάρεις στο λαιμό σου το αίμα ενός αθώου; Παρακάλαγα το Θεό να μ’ έχει καλά και να γυρίσω γρήγορα στο χωριό, ν’ αγκαλιάσω τη μανούλα μου και να της φιλήσω τα κουρασμένα ματάκια».
         Κι όσο ο νέος στρατιώτης τον κοίταζε, θάρρευε ότι τα πικραμένα χείλη του πληγωμένου τού μίλαγαν, του έλεγαν τον πόνο και το παράπονό του.
         «Κι ακόμα, σα να του ‘λεγε, μια κοπελίτσα με περίμενε. Είχαμε κάνει όνειρα πολλά μαζί και καρτέραγε να σταματήσει ο καταραμένος πόλεμος να γυρίσω στο χωριό. Μα τώρα, αδερφέ μου, να, κοίταξε πώς με κατάντησες».
         Ένα σκληρό χέρι έσφιγγε την καρδιά του νέου στρατιώτη.
         Σιδερένιος κύκλος πέρασε γύρω από το κεφάλι του, του το ‘σφιγγε και τον πόναγε. Τα μάτια καίγανε. Τον έπιασε παράξενο κακό κι άρχισε να τρέχει την ανηφόρα. Γλίστραγε, έπεφτε, πετιόταν απάνω και ξανά πάλι έτρεχε.
         Μεσοστρατίς του βουνού σταμάτησε. Δεν μπορούσε άλλο. Λαχάνιασε, πιάστηκε η καρδιά του, κουράστηκαν τα πόδια, λύγισαν τα γόνατα. Έμεινε εκεί ασάλευτος με το κεφάλι σκυμμένο να σκέφτεται. Μα να σκεφτεί δεν μπορούσε. Χτύπαγαν τα μηνίγγια, το κεφάλι βούιζε. Αξάφνου, χωρίς καλά καλά να ξέρει τι κάνει, βάλθηκε να τρέχει πάλι την πλαγιά κατηφορίζοντας. Μέσα στο μυαλό του τώρα καρφώθηκε μια σκέψη: να προφτάξει, να βοηθήσει το χτυπημένο.
         -  Θε μου, μουρμούρισε, λυπήσου τον, λυπήσου με. Άφησέ τον να ζήσει.
         Έφταξε στη ρεματιά, σίμωσε το χτυπημένο. Τον άγγιξε· ήτανε ζεστός.
         Άπλωσε τα χέρια, τα πέρασε με προσοχή κάτω από το πληγωμένο κορμί, τ’ αγκάλιασε ολόγυρά του, τον έσυρε απάνω του και τον κράτησε έτσι σφιχτά. Χτύπαγε η καρδιά βουτημένη στην αγωνία. Τρυφεράδα και πόνος, αγάπη και φροντίδα, όλα τούτα μαζί τόνε συνεπήραν.
         Σιγά, προσεχτικά, τον έφερε ίσαμε τη γουρνίτσα και τον ακούμπησε απάνω στο γρασίδι· πήρε το νερό, που με λαχτάρα κατέβηκε να πιει, και του ‘βρεξε τα μαλλιά, του καθάρισε το νεανικό, ωραίο πρόσωπο, του ‘σβησε το λεπτό ματωμένο αυλάκι που ‘χε στεγνώσει εκεί στην αριστερή μεριά του στομάτου. Του πήρε το χέρι, το άπλωσε απάνω στην ανοιχτή δική του παλάμη και το απαλοχάιδευε.
         -  Αδερφέ μου, του ‘λεγε γλυκά, τρυφερά, αδερφέ μου, συχώρα με· και τα δάκρυα τρέχαν καυτά.
         Η νύχτα κατέβηκε ολούθες και απλωμένο σκοτάδι τούς τύλιξε.
         -  Καλέ μου, πονεμένε μου αδερφέ, μουρμούρισε ο νέος στρατιώτης συντριμμένος. Συχώρα με, καλέ μου, δεν το ‘θελα· δεν είμαι φονιάς, σου τ’ ορκίζομαι, δεν είμαι φονιάς. Να, μια στιγμή μονάχα ξέχασα πως είμαι άνθρωπος, ξέχασα πως είσαι άνθρωπος, αδερφός μου. Πως μάνα και σένα σε περιμένει στο φτωχικό της: μάνα και πατέρας κι αδέρφια. Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω.
         Θυμήθηκε τα λόγια που τους μάθαιναν κι έστρεψε πέρα το βλέμμα ανταριασμένο και άγριο μες στο σκοτάδι. Ύστερα τόνε συνεπήρε πάλι ο πόνος. Απαλοχάιδευε το χέρι του χτυπημένου και τα δάκρυα ξεχείλιζαν και το μούσκευαν.
         Όμως ο άλλος πια δεν άκουγε· μήδ’ ένιωθε. Η ψυχή του είχε πετάξει και το τυραγνισμένο κορμί άρχισε να σκεβρώνει. Το σκοτάδι πύκνωσε πιότερο και σκέπασε τους δυο ανθρώπους: φονιά και θύμα, που στέκονταν πλάι πλάι και που ο ένας απαλοχάιδευε το χέρι του άλλου και του μουρμούριζε λόγια αγάπης και πόνου, σα να ‘τανε φίλοι παλιοί, σα να ‘τανε αδέρφια. Λόγια αγάπης που ο άλλος πια δεν άκουγε.

Γ. Μαγκλής, Δεν υπάρχουν αμαρτωλοί, Δωρικός

* σύναυγα: ξημερώματα * είχε σημάνει: είχε εντοπίσει * γουρνίτσα: μικρή πηγή * μέρεψε: ημέρωσε * να τελέψει: να τελειώσει * ξαρμάτωτος: χωρίς όπλα * κάψα: ζέστη * να κριματιστείς: να αμαρτήσεις * να σκεβρώνει: να κυρτώνει

ΕΡΓΑΣΙΕΣ

1. Γιατί ο συγγραφέας δεν αναφέρει τα ονόματα και την εθνικότητα των στρατιωτών;

Πρόθεση του συγγραφέα είναι να λάβει η ιστορία του καθολικές διαστάσεις και να μην περιοριστεί στην αναμέτρηση μεταξύ συγκεκριμένων εθνών ή μεταξύ συγκεκριμένων προσώπων. Υπ’ αυτή την έννοια δεν γίνεται αναφορά στα ονόματα των προσώπων, προκειμένου να μην εκληφθούν τα γεγονότα αυτά ως μεμονωμένο περιστατικό που αφορά μόνο τα συγκεκριμένα πρόσωπα. Σε μια ανάλογη κατάσταση και αντιμέτωποι μ’ ένα παρόμοιο δίλημμα μπορούν να βρεθούν ή έχουν πιθανά ήδη βρεθεί στρατιώτες οποιασδήποτε χώρας έχει γνωρίσει ή θα γνωρίσει τα δεινά του πολέμου. Αντιστοίχως, δεν γίνεται αναφορά στην εθνικότητα των στρατιωτών, ώστε να μην υπονομευτεί η καθολική διάσταση της ιστορίας μέσα από τη συσχέτισή της με την πολεμική αναμέτρηση συγκεκριμένων εθνών. Ο πόλεμος συνιστά μια ακραία πράξη βίας, απολύτως καταδικαστέα, όποια κι αν είναι η εθνικότητα των εμπλεκομένων.  

2. Ποια κοινά γνωρίσματα έχουν οι δύο αντίπαλοι στρατιώτες;

Οι δύο στρατιώτες, αν και ανήκουν σε αντίπαλα στρατόπεδα, βιώνουν με τον ίδιο τρόπο τη φρίκη και τη δυσκολία του πολέμου. Είναι νέοι στην ηλικία, μακριά από τους δικούς τους ανθρώπους, εγκλωβισμένοι σ’ έναν πόλεμο που τους προκαλεί τρόμο και κάθε μέρα που κατορθώνουν να επιβιώσουν ευχαριστούν τον Θεό που τους προφύλαξε. Το γεγονός ότι βρίσκονται στον πόλεμο δεν αποτελεί προσωπική τους επιλογή, αφού κι οι δύο ανυπομονούν να τελειώσει, για να μπορέσουν να γυρίσουν στην οικογένειά τους. Η γριά μητέρα που με πόνο περιμένει την επιστροφή του παιδιού της δίνεται ως κοινό στοιχείο και για τους δύο στρατιώτες, ενώ για τον έναν από αυτούς αφήνεται να εννοηθεί, ως εικασία, πως υπάρχει και μια νεαρή κοπέλα που τον προσμένει.
Με παρόμοιο τρόπο οι δύο στρατιώτες βασανισμένοι από τη ζέστη της ημέρας, αφήνουν τα ντουφέκια τους μόλις ηρεμεί η μάχη και σπεύδουν να βρεθούν στη δροσερή πηγή για να πιούν νερό και να δροσιστούν. Με την ίδια σκέψη κατά νου, να νιώσουν τη δροσιά του νερού της πηγής και να ξεφύγουν -έστω και για λίγο- από το κλίμα του πολέμου, οι δύο νέοι θα κατευθυνθούν «ξέγνοιαστοι» προς το ίδιο μέρος. Η συνάντησή τους, ωστόσο, θα αποβεί μοιραία, καθώς παρά το πλήθος των κοινών τους γνωρισμάτων, οι δύο αυτοί νέοι παραμένουν στρατιώτες δύο αντίπαλων στρατευμάτων. «Μα ο νέος στρατιώτης ξέχασε μονομιάς το Θεό. Έχασε τον άνθρωπο, πίεσε τη σκαντάλη και η σφαίρα γλίστρησε από την κάνη και χτύπησε κατάστηθα τον οχτρό.»

3. Περιγράψτε τη μεταβολή της ψυχικής κατάστασης του στρατιώτη από τη στιγμή που πυροβόλησε τον εχθρό ως τη στιγμή που τον είδε νεκρό.

Ο στρατιώτης που πατά τη σκανδάλη, ο ίδιος αυτός νέος που μόλις πριν από λίγες στιγμές ευχαριστούσε το Θεό και αναγνώριζε την ομορφιά της ζωής, οδηγείται σ’ αυτή την πράξη παρακινημένος προφανώς από μια διάθεση αυτοπροστασίας. Δίχως να χάσει χρόνο, δίχως να αναλογιστεί πως ίσως ο νεαρός που βρίσκεται απέναντί του να είναι άοπλος και, άρα, ακίνδυνος, αφήνει τα ένστικτά του να τον οδηγήσουν σε μια άθλια πράξη βίας, όπως αυτές ακριβώς από τις οποίες βιαζόταν να ξεφύγει: «Κάνε με το καλό να τελέψει γρήγορα ο πόλεμος, να γυρίσω πίσω στο σπίτι κοντά στη γριά μανούλα που με καρτερά και κοντά στ’ αδέρφια μου.»
Μόλις πυροβολεί τον αντίπαλο στρατιώτη, τον πλησιάζει μ’ έντονη νευρικότητα και τον παρακολουθεί από κοντά καθώς εκείνος σπαρταρά στο έδαφος, θανάσιμα πληγωμένος. Η εικόνα του νέου ανθρώπου που το σώμα του κλονίζεται από τον πόνο και στο πρόσωπό του είναι ζωγραφισμένο ακόμη το ξάφνιασμα από το απροσδόκητο αυτό χτύπημα, δρα καταλυτικά στην ψυχική του κατάσταση. Νιώθει σαν να του σφίγγει ένα σκληρό χέρι την καρδιά κι αισθάνεται πως ένας σιδερένιος κύκλος έχει περαστεί γύρω από το κεφάλι του, σφίγγοντάς το και προκαλώντας του ανυπόφορο πόνο. Αρχίζει να νιώθει σωματικό και ψυχικό πόνο, θυμώνει με τα όσα βλέπει να έχουν συμβεί και άθελά του τρέπεται σε φυγή, μη θέλοντας άλλο να βρίσκεται εκεί.
Ο νεαρός τρέχει για να ξεφύγει από το θέαμα της φριχτής του πράξης, μα σύντομα το σώμα του τον προδίδει, σταματά να τρέχει, αδυνατώντας πια να πάει παραπέρα, και μένει ακίνητος νιώθοντας το κεφάλι του να βουίζει. Κι εντελώς ξαφνικά, όπως προηγουμένως θέλησε να φύγει μακριά από τον στρατιώτη που χτύπησε, αρχίζει να τρέχει προς το μέρος του, με την ελπίδα πως θα τον προλάβει ζωντανό για να του προσφέρει βοήθεια.
Ο νεαρός που για μια και μόνο στιγμή επέτρεψε στον εαυτό του να λειτουργήσει ως στρατιώτης και όχι ως άνθρωπος, μετανιώνει για τη φριχτή του πράξη και ζητάει τώρα από τον Θεό να λυπηθεί τον νέο που τραυμάτισε και να τον κρατήσει στη ζωή. Τρέχει κοντά του, αγκαλιάζει το πληγωμένο του σώμα και τον κρατά σφιχτά, νιώθοντας μέσα του συναισθήματα αγάπης, τρυφεράδας και πόνου για εκείνον, έστω κι αν είναι ο ίδιος που του προκάλεσε αυτό το θανάσιμο τραύμα. Ο νέος που πριν από λίγο ήταν ο μισητός εχθρός, έχει γίνει πλέον ένας αγαπημένος αδερφός.
Ο στρατιώτης μεταφέρει τον τραυματία κοντά στην πηγή, του καθαρίζει το ωραίο, νεανικό πρόσωπο, κι αφού παίρνει το χέρι του στο δικό του, αρχίζει να του ζητά να τον συγχωρέσει. Κλαίει για ό,τι του έκανε και προσπαθεί να εξηγήσει το απάνθρωπο της πράξης του: «Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω».
Ο στρατιώτης που πριν από λίγες στιγμές πυροβολούσε χωρίς δισταγμό τον εχθρό του, δεν υπάρχει πια. Στη θέση του βρίσκεται ένας ψυχικά συντετριμμένος νέος, που αναγνωρίζει στο πρόσωπο του άλλου τον εαυτό του, έναν φοβισμένο νέο που στο σπίτι τον περιμένει η μάνα του, ο πατέρας και τ’ αδέρφια του.    

4. Ο ένας στρατιώτης σκοτώνει και ο άλλος σκοτώνεται. Ποιος είναι το τραγικό πρόσωπο και γιατί;

Παρά το γεγονός πως ο ένας στρατιώτης χάνει τη ζωή του, τραγικό πρόσωπο της ιστορίας αναδεικνύεται ο θύτης, εφόσον είναι εκείνος που πρέπει τώρα να ζήσει με την επίγνωση του φρικτού του εγκλήματος. Ο στρατιώτης που πεθαίνει παύει ν’ ακούει και να νιώθει· παύει να βασανίζεται από αυτό που του συνέβη, εκείνος, όμως, που επιβιώνει, βρίσκεται πλέον αντιμέτωπος με τις οδυνηρές του τύψεις που θα τον συνοδεύουν για το υπόλοιπο της ζωής του. Ο νέος αυτός βιώνει συναισθήματα απόλυτης ψυχικής συντριβής, διότι ο φόνος που διέπραξε δεν πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο κάποιας μάχης, όταν κυριαρχεί το ένστικτο της επιβίωσης και οι σφαίρες ρίχνονται προς τους απρόσωπους εχθρούς. Το δικό του έγκλημα διαπράχθηκε εις βάρος ενός άοπλου νέου, που έχοντας σηκώσει τα χέρια ψηλά παρακαλούσε για έλεος. Το δικό του έγκλημα διαπράχθηκε εις βάρος ενός νέου που τον κοιτούσε παρακλητικά και φοβισμένα, ζητώντας του να τον λυπηθεί.
Ο στρατιώτης αυτός θα έχει για πάντα στη σκέψη του το φοβισμένο πρόσωπο του άλλου νέου κι ύστερα το τραυματισμένο του σώμα που σπάραζε στο χώμα. Θα θυμάται ξανά και ξανά πως παρασυρμένος από «τα λόγια που τους μάθαιναν» έφτασε στο σημείο να αφαιρέσει τη ζωή ενός νέου συνανθρώπου του, στερώντας του την ευκαιρία να επιστρέψει στην αγκαλιά της μητέρας του, που θ’ απομείνει πια να τον περιμένει μάταια.    

5. Εντοπίστε τα βασικότερα σημεία του κειμένου μέσα από τα οποία προκύπτει το ανθρωπιστικό και αντιπολεμικό του μήνυμα.

Το ανθρωπιστικό μήνυμα του κειμένου υπηρετείται συνολικά από την παρουσιαζόμενη ιστορία, καθώς ο συγγραφέας επιτυγχάνει να παρουσιάσει με τέτοιο τρόπο τις ομοιότητες μεταξύ των δύο νεαρών στρατιωτών, ώστε στο τέλος να δημιουργείται η αίσθηση πως αυτός που σκοτώνεται δεν είναι κάποιος εχθρός, αλλά ένας αδικημένος αδερφός.
Μπορούμε, ωστόσο, να διακρίνουμε εντονότερα το αντιπολεμικό μήνυμα μέσα από τα λόγια και τις πράξεις του στρατιώτη-θύτη απ’ τη στιγμή που επιστρέφει πλάι στον νέο που τραυμάτισε.
«- Θε μου, μουρμούρισε, λυπήσου τον, λυπήσου με. Άφησέ τον να ζήσει.
         Έφταξε στη ρεματιά, σίμωσε το χτυπημένο. Τον άγγιξε· ήτανε ζεστός.
         Άπλωσε τα χέρια, τα πέρασε με προσοχή κάτω από το πληγωμένο κορμί, τ’ αγκάλιασε ολόγυρά του, τον έσυρε απάνω του και τον κράτησε έτσι σφιχτά. Χτύπαγε η καρδιά βουτημένη στην αγωνία. Τρυφεράδα και πόνος, αγάπη και φροντίδα, όλα τούτα μαζί τόνε συνεπήραν.»
Ο στρατιώτης-θύτης πλησιάζει τον τραυματισμένο και τον αγκαλιάζει με τη φροντίδα και την τρυφερότητα που θα αγκάλιαζε όχι έναν εχθρό, αλλά έναν δικό του αγαπημένο άνθρωπο. Οι τύψεις που αισθάνεται κι η ένταση της μετάνοιας που νιώθει αλλάζουν άρδην την ψυχολογική του κατάσταση και τον τρόπο με τον οποίο αντιμετωπίζει εκείνον που λίγο πριν πυροβόλησε, δίχως να διστάσει.
«Σιγά, προσεχτικά, τον έφερε ίσαμε τη γουρνίτσα και τον ακούμπησε απάνω στο γρασίδι· πήρε το νερό, που με λαχτάρα κατέβηκε να πιει, και του ‘βρεξε τα μαλλιά, του καθάρισε το νεανικό, ωραίο πρόσωπο, του ‘σβησε το λεπτό ματωμένο αυλάκι που ‘χε στεγνώσει εκεί στην αριστερή μεριά του στομά του. Του πήρε το χέρι, το άπλωσε απάνω στην ανοιχτή δική του παλάμη και το απαλοχάιδευε.»
Οι ύστατες φροντίδες που προσφέρει ο στρατιώτης-θύτης στον θανάσιμα τραυματισμένο νέο, είναι γεμάτες έγνοια και αγάπη, κι είναι ανάλογες μ’ αυτές που θα προσέφερε όχι σ’ έναν εχθρό, αλλά στον ίδιο του τον αδερφό. Ως αδερφό του, άλλωστε, τον προσφωνεί αμέσως μετά, και του ζητά να τον συγχωρέσει για το αδιανόητο έγκλημά του.
«Καλέ μου, πονεμένε μου αδερφέ, μουρμούρισε ο νέος στρατιώτης συντριμμένος. Συχώρα με, καλέ μου, δεν το ‘θελα· δεν είμαι φονιάς, σου τ’ ορκίζομαι, δεν είμαι φονιάς. Να, μια στιγμή μονάχα ξέχασα πως είμαι άνθρωπος, ξέχασα πως είσαι άνθρωπος, αδερφός μου. Πως μάνα και σένα σε περιμένει στο φτωχικό της: μάνα και πατέρας κι αδέρφια. Ξέχασα, γιατί αυτοί οι κακούργοι θέλανε να με κάνουν να ξεχάσω.»
Τα τελευταία αυτά λόγια που ολοκληρώνουν το διήγημα αποτελούν μια συγκλονιστική υπόμνηση της βασικότερης ανθρωπιστικής αλήθειας, πως όλοι οι άνθρωποι είναι επί της ουσίας αδέρφια μεταξύ τους. Καμία εθνολογική διαφορά δεν μπορεί να άρει τη βαθιά σύνδεση μεταξύ των ανθρώπων, αφού όλοι, όποιοι κι αν είναι, όπου κι αν βρίσκονται, έχουν μια μητέρα που τους νοιάζεται και τους προσμένει με την ίδια αγάπη, σ’ όποια γλώσσα κι αν αυτή εκφράζεται, σ’ όποιο τόπο κι αν ακούγεται.

Νίκος Καββαδίας «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ»

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips

Diggie Vitt

Νίκος Καββαδίας «Γράμμα στον ποιητή Καίσαρα Εμμανουήλ»

«Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…»
ΚΑΙΣΑΡ ΕΜΜΑΝΟΥΗΛ

Ξέρω εγώ κάτι που μπορούσε, Καίσαρ, να σας σώσει.
Κάτι που πάντα βρίσκεται σ’ αιώνια εναλλαγή,
κάτι που σχίζει τις θολές γραμμές των οριζόντων,
και ταξιδεύει αδιάκοπα την ατέλειωτη γη.

Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά.
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.

Κάτι που θα’ κανε τα υγρά, παράδοξά σας μάτια,
που αβρές μαθήτριες τ’ αγαπούν και σιωπηροί ποιηταί,
χαρούμενα και προσδοκία γεμάτα να γελάσουν
με κάποιο τρόπο που, ως λεν, δε γέλασαν ποτέ.

Γνωρίζω κάτι, που μπορούσε, βέβαια, να σας σώσει.
Εγώ που δε σας γνώρισα ποτέ… Σκεφτείτε… Εγώ.
Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…
Ένα καράβι, που πολύ μακριά θα τ’ οδηγώ.

Μια μέρα χειμωνιάτικη θα φεύγαμε.
– Τα ρυμουλκά περνώντας θα σφυρίζαν,
τα βρωμερά νερά η βροχή θα ράντιζε,
κι’ οι γερανοί στους ντόκους θα γυρίζαν.

Οι πολιτείες ξένες θα μας δέχονταν,
οι πολιτείες οι πιο απομακρυσμένες
κι’ εγώ σ’ αυτές αβρά θα σας εσύσταινα
σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες.

Τα βράδια, βάρδια κάνοντας, θα λέγαμε
παράξενες στη γέφυρα ιστορίες,
για τους αστερισμούς ή για τα κύματα
για τους καιρούς, τις άπνοιες, τις πορείες.

Όταν πυκνή ομίχλη θα μας σκέπαζε,
τους φάρους θε ν’ ακούγαμε να κλαίνε
και τα καράβια αθέατα θα τ’ ακούγαμε,
περνώντας να σφυρίζουν και να πλένε.


Μακριά, πολύ μακριά να ταξιδεύουμε,
κι’ ο ήλιος πάντα μόνους να μας βρίσκει·
εσείς τσιγάρα «Κάμελ» να καπνίζετε,
κι εγώ σε μια γωνιά να πίνω ουίσκυ.

Και μια γριά στο Αννάμ, κεντήστρα στίγματος,
– μια γριά σ’ ένα πολύβοο καφενείο –
μια αιμάσσουσα καρδιά θα μου στιγμάτιζε,
κι’ ένα γυμνό, στο στήθος σας, κρανίο.

Και μια βραδιά στη Μπούρμα, ή στη Μπατάβια
στα μάτια μιας Ινδής που θα χορέψει
γυμνή στα δεκαεφτά στιλέτα ανάμεσα,
θα δείτε – ίσως – τη Γκρέτα να επιστρέψει.

Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι’ από ένα χωμάτινο πεζό μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;

Λόγια μεγάλα, ποιητικά, ανεκτέλεστα,
λόγια κοινά, κενά, «καπνός κι αθάλη»,
που ίσως διαβάζοντας τα να με οικτίρετε,
γελώντας και κουνώντας το κεφάλι.

Η μόνη μου παράκληση όμως θα ‘τανε,
τους στίχους μου να μην ειρωνευθείτε.
Κι’ όπως εγώ για έν’ αδερφό εδεήθηκα,
για έναν τρελόν εσείς προσευχηθείτε.

Καίσαρ Εμμανουήλ: Έλληνας ποιητής (1902-1970).
Αννάμ: Περιοχή στο κεντρικό Βιετνάμ.
Μπούρμα: Μιανμάρ, χώρα της νοτιοανατολικής Ασίας.
Μπατάβια: Βαταβική Δημοκρατία (1795 – 1806), περιλάμβανε εδάφη της Ολλανδίας.
Γκρέτα: Γκρέτα Γκάρμπο (1905-1990). Πιθανή συσχέτιση με την ταινία «Wild Orchids» που διαδραματίζεται στην Ιάβα. 

1η Δραστηριότητα
i. Ποια είναι η σχέση μεταξύ των δύο βασικών προσώπων του ποιήματος (ποιητικό υποκείμενο – Καίσαρ) και με ποια αφορμή συντίθεται το ποίημα αυτό; [Μονάδες 5]

Ο Νίκος Καββαδίας (ποιητικό υποκείμενο) δεν γνώριζε προσωπικά τον Καίσαρα Εμμανουήλ, έλαβε, ωστόσο, ως αφορμή για να συνθέσει την ποιητική αυτή επιστολή προς εκείνον, έναν δικό του στίχο που παραθέτει στην αρχή (Φαίνεται πια πως τίποτα – τίποτα δεν μας σώζει…). Η απαισιοδοξία που εκφράζεται σ’ αυτόν τον στίχο ώθησε τον Καββαδία να προτείνει έναν τρόπο διαφυγής στον Καίσαρα· ένα μακρινό ταξίδι που θα του επέτρεπε να γνωρίσει νέους τόπους και να βιώσει πρωτόγνωρες εμπειρίες, ικανές να αποδιώξουν τη μελαγχολία του.  

ii. Να παρουσιάσετε με δικά σας λόγια το βασικό θέμα που αναπτύσσεται στην ακόλουθη στροφή:
«Καίσαρ, από ένα θάνατο σε κάμαρα,
κι’ από ένα χωμάτινο πεζό μνήμα,
δε θα ‘ναι ποιητικότερο και πι’ όμορφο,
ο διάφεγγος βυθός και τ’ άγριο κύμα;»
[Μονάδες 10]

Ο Καββαδίας, λαμβάνοντας υπόψη του τους αναπόφευκτους κινδύνους του ταξιδιού που προτείνει στον αποδέκτη του γράμματός του, επιχειρεί να διασκεδάσει, υπό μία έννοια, τις όποιες ανησυχίες του, παρουσιάζοντας ως σαφώς προτιμότερο το ενδεχόμενο ενός θανάτου στη θάλασσα από το κοινότοπο τέλος των ανθρώπων της στεριάς. Το να καταλήξει κανείς στον διάφεγγο βυθό της θάλασσας αποτελεί μια ποιητικότερη και ομορφότερη εκδοχή του θανάτου, από το να πεθάνει -όπως οι περισσότεροι- σε μια κάμαρα και να ενταφιαστεί κατόπιν, έχοντας ένα συνηθισμένο χωμάτινο μνήμα.

2η Δραστηριότητα
i. Να παρουσιάσετε με δικά σας λόγια το νόημα της εικόνας του ακόλουθου στίχου:
«Κάτι που θα ‘κανε γοργά να φύγει το κοράκι,
που του γραφείου σας πάντοτε σκεπάζει τα χαρτιά.
να φύγει κρώζοντας βραχνά, χτυπώντας τα φτερά του,
προς κάποιαν ακατοίκητη κοιλάδα του Νοτιά.»
[Μονάδες 5]

Ο ποιητής λέει στον αποδέκτη του γράμματός του πως γνωρίζει κάτι που μπορεί να αποδιώξει τη θλίψη που τον συνοδεύει στις καθημερινές του δραστηριότητες. Το κοράκι συμβολίζει εδώ τη μελαγχολική διάθεση και τις απαισιόδοξες σκέψεις του Καίσαρα. Αν, λοιπόν, εκείνος αποδεχτεί την πρόταση του ποιητή, αυτό το κοράκι που μονίμως σκεπάζει τα γραπτά του θα αναγκαστεί να φύγει μακριά πανικόβλητο, αφού το ταξίδι στα μακρινά μέρη θα αποτελέσει μια δραστική απάντηση στις αρνητικές σκέψεις του Καίσαρα.  

ii. Να χαρακτηρίσετε τα ακόλουθα σχήματα λόγου και να προσδιορίσετε τη λειτουργία τους ως προς το νόημα του κειμένου. [Μονάδες 5]

- «σαν σε παλιές, θερμές μου αγαπημένες»
Παρομοίωση: Με την παρομοίωση αυτού του στίχου ο Καββαδίας επιχειρεί να τονίσει πως ο ίδιος, ως περισσότερο εξοικειωμένος με τις διάφορες περιοχές του εξωτερικού που θα επισκέπτονταν με τον Εμμανουήλ, θα φρόντιζε να του τις γνωρίσει, και θα το έκανε αυτό με ιδιαίτερο ενθουσιασμό, αφού για τον ίδιο κάθε μία από αυτές τις μακρινές πολιτείες είναι κι ένας αγαπημένος τόπος. Θα του συστήνει, λοιπόν, κάθε νέα περιοχή, με την ίδια ευγένεια και τρυφερότητα που θα είχε αν επρόκειτο να του συστήσει κάποια παλιά του αγαπημένη γυναίκα.  

- «τους φάρους θε ν’ ακούγαμε να κλαίνε»
Προσωποποίηση / μεταφορά: Μέσα στην πυκνή ομίχλη, οι δύο ταξιδιώτες θα ακούν το κλάμα των φάρων –τις επίμονες προσπάθειές τους να προειδοποιήσουν τα πλοία. Ο ποιητής επιλέγει να αποδώσει ως κλάμα τα σήματα των φάρων, προκειμένου να αναδείξει τη μεγάλη δυσκολία που προκύπτει στη σωτήρια λειτουργία αυτών των κτισμάτων όταν οι καιρικές συνθήκες είναι ιδιαιτέρως αντίξοες. Αποκτούν, έτσι, τα σήματα των φάρων ένα χαρακτήρα απόγνωσης, εφόσον είναι απολύτως κρίσιμο να τα λάβουν υπόψη τους τα διερχόμενα πλοία.

iii. Στον ακόλουθο στίχο ο ποιητής καταφεύγει σε αποσιωπήσεις και σε μια αποστροφή. Ποιο πιστεύετε πως είναι το νόημά του:
«Ένα καράβι… Να σας πάρει, Καίσαρ… Να μας πάρει…»
[Μονάδες 5]

Ο ποιητής καθώς αποκαλύπτει στον αποδέκτη των λόγων του εκείνο που μπορεί να τον σώσει από τη θλίψη του, καθώς, δηλαδή, εξηγεί πως αναφέρεται σ’ ένα καράβι, μοιάζει να διστάζει λίγο προτού συνεχίσει την πρότασή του, αφού πρόκειται να του προτείνει -έστω κι αν δεν γνωρίζονται- να ταξιδέψουν μαζί. Με εμφανή διάθεση ευγένειας ο Καββαδίας χρησιμοποιεί πληθυντικό αριθμό για να απευθυνθεί στον Καίσαρα, κι ύστερα από μια αποσιώπηση που φανερώνει δισταγμό, συνεχίζει λέγοντας πως το καράβι αυτό θα πάρει μαζί του και τους δύο, σ’ ένα κοινό ταξίδι.  

3η Δραστηριότητα
Ο ποιητής προτείνει στον Καίσαρα Εμμανουήλ τα ταξίδια σε μακρινά μέρη ως απάντηση στην απαισιόδοξη διάθεσή του. Ποια πιστεύετε πως είναι η επίδραση των ταξιδιών στην ψυχολογία του ατόμου; Ποια άλλα οφέλη αποκομίζει κάποιος από τα ταξίδια σε άλλες χώρες. Να αναπτύξετε την απάντησή σας σε ένα ενιαίο κείμενο 100-150 λέξεων. [Μονάδες 20]

Με τα ταξίδια το άτομο έχει την ευκαιρία να απομακρυνθεί για λίγο από τη σταθερή ρουτίνα του και να ανανεωθεί ψυχικά, επιτυγχάνοντας μια δραστική αλλαγή στην ψυχική του διάθεση. Η εμπειρία του ταξιδιού, οι νέες εικόνες κι οι νέες συναναστροφές λειτουργούν ως σημαντικές πηγές ευδαιμονίας και συναισθηματικής ικανοποίησης. Το άτομο έχει, συνάμα, την ευκαιρία να γνωρίσει νέους τόπους και νέους ανθρώπους που πλουτίζουν τον πνευματικό και τον ψυχικό του κόσμο. Ιδίως, μάλιστα, τα ταξίδια σε άλλες χώρες του επιτρέπουν να έρθει σε επαφή μ’ έναν διαφορετικό τρόπο ζωής κι ένα διαφορετικό πολιτισμό, γεγονός που συνιστά καίριο έναυσμα για τη διεύρυνση των πνευματικών του οριζόντων. Το άτομο ερχόμενο σ’ επαφή με άλλες εθνότητες, που δεν είχε μέχρι τότε την ευκαιρία να γνωρίσει, έχει τη δυνατότητα να εκτιμήσει τις ιδιαίτερες ποιότητες τους και να αποβάλει κατ’ αυτό τον τρόπο πιθανές προκαταλήψεις ή λανθασμένες εντυπώσεις που είχε γι’ αυτούς. Προκύπτει, έτσι, μια πολιτισμική επικοινωνία ιδιαιτέρως σημαντική για την απομάκρυνση ρατσιστικών αντιλήψεων.

[Λέξεις: 158]

Ιστορία Γ΄ Λυκείου: Ο διωγμός του 1914 (πηγή)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips


Με βάση τις ιστορικές σας γνώσεις και αντλώντας στοιχεία από το ακόλουθο κείμενο να αναφερθείτε στις καταπιέσεις που υπέστησαν οι Έλληνες μετά τη συμμετοχή της Τουρκίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο.

Η έξοδος της Τουρκίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο εγκαινίασε τη δεύτερη και συστηματικότερη περίοδο των διωγμών, που σε πρώτη φάση χαρακτηρίζεται κυρίως από τη λήψη δραστικών οικονομικών μέτρων για την αντιμετώπιση των αυξημένων αναγκών του πολέμου. Η κατάργηση των διομολογήσεων, το φθινόπωρο του 1914, δεν είχε λύσει το οικονομικό πρόβλημα της Τουρκίας. Οι Έλληνες, που παρά τις πρόσφατες διώξεις ανήκαν ακόμη στα ευπορότερα στρώματα του πληθυσμού πλήρωσαν μεγάλο μέρος των έκτακτων επιβαρύνσεων που αποτέλεσαν καινούρια μορφή καταπιέσεως. ...
Εξάλλου, στην προσπάθειά της να συγκεντρώσει το εμπόριο σε τουρκικά χέρια, η οθωμανική κυβέρνηση ίδρυσε στη Σμύρνη το 1915 μια αποκλειστικά μουσουλμανική εταιρία, που ασκούσε μονοπωλιακά όλο το εισαγωγικό και εξαγωγικό εμπόριο. Στο εξής για την παραμικρή εμπορική συναλλαγή από άλλο φορέα χρειαζόταν άδεια της εταιρίας.
Ένα άλλο μέτρο... ήταν η στρατιωτική θητεία. Αρχικά το διάταγμα της στρατολογίας, που εκδόθηκε στις παραμονές του πολέμου (19 Ιουλίου / 1 Αυγούστου 1914), αφορούσε σε όλους τους υπηκόους από 20-45 ετών. Λίγο αργότερα δόθηκε η δυνατότητα στους μη μουσουλμάνους να εξαγοράσουν τη θητεία με το εφάπαξ ποσό των 44 λιρών. Όσοι ήταν πάνω από 45 χρονών υποχρεώθηκαν να επανδρώσουν τα περίφημα αμελέ ταμπουρού (τάγματα εργασίας). Έτσι για τους πρεσβύτερους τη στρατιωτική θητεία υποκατέστησε η αγγαρεία σε λατομεία, ορυχεία, δρόμους και αγρούς. Υποσιτισμένοι και δεκατισμένοι από τις επιδημίες οδηγούνταν στα βάθη της Μικράς Ασίας, στο Ικόνιο, στη Σεβάστεια, στην Άγκυρα, στη Μερσίνα, στο Ερζερούμ. ...
Στην ουσία τα τάγματα ήταν στρατόπεδα συγκεντρώσεως για την εξόντωση του δυναμικότερου στοιχείου του ελληνικού πληθυσμού. Για να τα αποφύγουν οι Έλληνες εξαγόραζαν τη θητεία ξεπουλώντας την περιουσία τους και οι φτωχότεροι κατέφευγαν στα βουνά. Έτσι χαρακτηρίζονταν λιποτάκτες και οι οικογένειές τους αντιμετώπιζαν τα σκληρά αντίποινα της εξουσίας. ... Με την αναδρομική τέλος κατάργηση της εξαγοράς της στρατιωτικής θητείας, σημειώθηκαν χιλιάδες λιποταξίες και ακολούθησε κύμα εκτελέσεων λιποτακτών. Σύμφωνα με έκθεση Ελλήνων βουλευτών του οθωμανικού κοινοβουλίου (στα τέλη του 1918) 250.000 Έλληνες πέθαναν από κακουχίες στα εργατικά τάγματα. ...
Ένα άλλο μέτρο που εμφανίστηκε να υπαγορεύεται από τις στρατιωτικές ανάγκες και αφορούσε αποκλειστικά τους Έλληνες ήταν οι νέες μετατοπίσεις πληθυσμών από τις ακτές στα ενδότερα της Μικράς Ασίας. ... Ο εκτοπισμός γινόταν συνήθως χειμώνα και με δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Στους εκτοπιζόμενους απαγορευόταν να μεταφέρουν τρόφιμα, ρούχα ή στρώματα. ... Απαγορευόταν η περιποίηση των αρρώστων και η ταφή των νεκρών. ... Απαγορευόταν επί ποινή θανάτου η ελεημοσύνη από ομογενείς και η παροχή ασύλου στα εγκαταλελειμμένα βρέφη. Οι νέοι τόποι εγκαταστάσεως ήταν πάντα απομονωμένα χωριά της μικρασιατικής ενδοχώρας με αμιγή τουρκικό πληθυσμό. Εκεί, μακριά από το Πατριαρχείο και χωρίς δασκάλους, οι περισσότεροι από τους επιζήσαντες οδηγούνταν στον εξισλαμισμό.

Τα αμέσως προηγούμενα από τον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο χρόνια η Τουρκία είχε ξεκινήσει την πρώτη περίοδο διωγμών των Ελλήνων από τα εδάφη της. Η Ελλάδα αντέδρασε και ανέλαβε διπλωματικές ενέργειες, προκειμένου να αρχίσουν διαπραγματεύσεις για εθελούσια ανταλλαγή Ελλήνων ορθοδόξων της Τουρκίας και Μουσουλμάνων της Ελλάδας. Ιδρύθηκε τον Ιούνιο μία Μικτή Επιτροπή που θα ρύθμιζε τα σχετικά με την ανταλλαγή, όμως αυτή δεν λειτούργησε, λόγω της εισόδου της Τουρκίας στον Α΄ Παγκόσμιο πόλεμο, τον Οκτώβριο του 1914.
Οι καταπιέσεις που υπέστησαν οι Έλληνες πήραν τις εξής μορφές:
- Θεσπίστηκαν έκτακτες επιβαρύνσεις και επιτάξεις ειδών για τις ανάγκες του πολέμου. Όπως επισημαίνεται στο παράθεμα, προκειμένου να καλύψει η Τουρκία τις αυξημένες ανάγκες της λόγω του πολέμου έλαβε δραστικά οικονομικά μέτρα, τα οποία έπληξαν σε μεγάλο βαθμό τους Έλληνες. Παρά το γεγονός ότι οι διομολογήσεις, τα ειδικά προνόμια, δηλαδή, των ξένων, είχαν καταργηθεί, η Τουρκία συνέχιζε να έχει οικονομικά προβλήματα, γι’ αυτό και θέλησε να εκμεταλλευτεί τους Έλληνες, οι οποίοι παρέμεναν ακόμη, παρά τις διώξεις που είχαν προηγηθεί, ένα από τα ευπορότερα στρώματα της περιοχής.
- Τέθηκαν εμπόδια στις εμπορικές δραστηριότητές τους. Σύμφωνα με τις πληροφορίες του παραθέματος, η οθωμανική κυβέρνηση ίδρυσε το 1915 στη Σμύρνη μια αμιγώς μουσουλμανική εταιρία που ασκούσε πλέον μονοπωλιακά κάθε εμπορική δραστηριότητα (εισαγωγές και εξαγωγές). Πλέον για οποιαδήποτε εμπορική συναλλαγή απαιτούταν άδεια της συγκεκριμένης εταιρίας.
- Πληθυσμοί χωριών ή και ευρύτερων περιοχών μετατοπίστηκαν από τις ακτές προς το εσωτερικό της Μικράς Ασίας. Στο παράθεμα καταγράφονται σχετικές πληροφορίες για τις μετατοπίσεις αυτές, οι οποίες τελούνταν συνήθως τους μήνες του χειμώνα υπό δυσμενείς καιρικές συνθήκες. Οι εκτοπιζόμενοι δεν είχαν το δικαίωμα να πάρουν μαζί τους τρόφιμα ή άλλα αναγκαία, ούτε τους επιτρεπόταν να περιποιούνται τους αρρώστους ή να ενταφιάζουν τους νεκρούς τους. Ενώ, απαγορευόταν υπό την απειλή θανατικής ποινής οποιαδήποτε βοήθεια προς αυτούς από ομοεθνείς τους, έστω κι αν αυτή αφορούσε τη μέριμνα για βρέφη που είχαν εγκαταλειφθεί. Τους εκτοπιζόμενους, μάλιστα, τους οδηγούσαν σε απομονωμένα χωριά στο εσωτερικό της Μικράς Ασίας, σε περιοχές με καθαρά τουρκικό πληθυσμό, ώστε να διασφαλιστεί ο εξισλαμισμός τους, αφού θα έμεναν πλέον χωρίς τη συνδρομή του Πατριαρχείου και χωρίς εκπαίδευση.  
Οι άνδρες άνω των 45 ετών, που δεν στρατεύονταν, επάνδρωσαν τα τάγματα εργασίας.
Εκεί πολλοί πέθαναν από κακουχίες, πείνα και αρρώστιες. Όσοι είχαν ηλικία 20-45 ετών μπορούσαν αρχικά να εξαγοράσουν τη στρατιωτική τους θητεία. Όσοι δεν πλήρωσαν χαρακτηρίστηκαν λιποτάκτες. Μετά την κατάργηση της δυνατότητας εξαγοράς της θητείας σημειώθηκαν χιλιάδες λιποταξίες και όσοι συνελήφθησαν, εκτελέστηκαν. Τις πληροφορίες αυτές επιβεβαιώνει το παράθεμα, απ’ το οποίο αντλούμε επιπλέον στοιχεία, όπως ότι το ποσό εξαγοράς της θητείας καταβαλλόταν εφάπαξ κι έφτανε στις 44 λίρες· ποσό, δηλαδή, αρκετά υψηλό που οδηγούσε πολλούς στο να ξεπουλούν την περιουσία τους προκειμένου να το εξασφαλίσουν, ενώ ανάγκαζε τους φτωχότερους να καταφεύγουν στα βουνά, με αποτέλεσμα να έρχονται οι οικογένειές τους αντιμέτωπες με τα σκληρά αντίποινα της τουρκικής εξουσίας. Σε ό,τι αφορά, μάλιστα, τα τάγματα εργασίας, στο παράθεμα σημειώνεται πως αυτά αποτελούσαν επί της ουσίας στρατόπεδα συγκεντρώσεως που μόνο στόχο είχαν την εξόντωση του πιο δυναμικού τμήματος των Ελλήνων της περιοχής. Οδηγημένοι στα βάθη της Μικράς Ασίας, σε περιοχές όπως ήταν το Ικόνιο, η Σεβάστεια, η Άγκυρα, η Μερσίνα και το Ερζερούμ, οι άντρες άνω των 45 ετών αναγκάζονταν, σε συνθήκες υποσιτισμού, να εργάζονται σε λατομεία, ορυχεία, δρόμους και αγρούς, με αποτέλεσμα στα τέλη του 1918, όπως καταγράφεται σε έκθεση Ελλήνων βουλευτών της οθωμανικής βουλής, να έχουν πεθάνει σε αυτά 250.000 χιλιάδες Έλληνες.    
Οι ενέργειες των Τούρκων προκάλεσαν μεγάλο κύμα φυγής προς την Ελλάδα. Στα σπίτια που εγκατέλειψαν οι Έλληνες, οι τουρκικές αρχές εγκατέστησαν Μουσουλμάνους μετανάστες από τη Σερβία, τη Βουλγαρία, την Αλβανία και την Ελλάδα. Οι διώξεις και οι εκτοπίσεις του ελληνικού στοιχείου συνεχίστηκαν, με μικρότερη όμως ένταση, και κατά τα επόμενα χρόνια, μέχρι το τέλος του πολέμου, το 1918, και επεκτάθηκαν και σε άλλες περιοχές (Μαρμαράς, Πόντος κ.ά.). Οι πρόσφυγες που έφθασαν στην Ελλάδα το διάστημα αυτό ανήλθαν σε πολλές χιλιάδες.

Ιστορία Γ΄ Λυκείου: Ελληνικό Λαϊκό Κόμμα (πηγές)

Κωνσταντίνος Μάντης | Best Blogger Tips
Dominik Kym

Αξιοποιώντας τις ιστορικές σας γνώσεις και με βάση τα στοιχεία των παρακάτω κειμένων, να αναφερθείτε στην ίδρυση του Λαϊκού κόμματος και τους στόχους του.

ΚΕΙΜΕΝΟ Α

Στα μέσα του 1910 οι Κοινωνιολόγοι ίδρυσαν το Ελληνικόν Λαϊκόν Κόμμα. Τα «Ηνωμένα λαϊκά Σωματεία της Κορίνθου» δημοσίευσαν ένα πρόγραμμα απευθυνόμενο σε όλους τους εργαζομένους-στη συγγραφή του είχαν συμβάλει αποφασιστικά οι Κοινωνιολόγοι-, το οποίο υιοθέτησε το κόμμα με λίγες αλλαγές και συμπληρώσεις. Τώρα το πλαίσιο των πολιτικών τους αιτημάτων ήταν ευρύτερο από του 1909. Η κριτική τους ξεκινούσε από τα γενικά ελαττώματα του οικονομικού συστήματος, το οποίο βασιζόταν στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και τον ελεύθερο ανταγωνισμό. [...] Με τον τρόπο αυτό δεν συμβάδιζε με την αύξηση της παραγωγικότητας, ενώ η τάξη των ιδιοκτητών έλεγχε όχι μόνο την οικονομία αλλά και το πολιτικό σύστημα, επηρέαζε την επιστήμη και την τέχνη-ακόμη και τα πολιτικά κόμματα, έλεγαν οι Κοινωνιολόγοι, είχαν γίνει όργανα των καπιταλιστών, χωρίς ωστόσο να συζητούν τους λόγους για τους οποίους οι μάζες των ψηφοφόρων εξέλεγαν αυτά τα κόμματα των καπιταλιστών. Πιο διακριτά σε σύγκριση με το 1909 προέβαλαν τώρα τα χαρακτηριστικά μιας νέας κοινωνίας και ενός νέου συντάγματος, ύψιστος σκοπός του κράτους ήταν να εξασφαλίσει ισότητα ευκαιριών για την ανάπτυξη του ατόμου, και το σκοπό αυτό θα υπηρετούσαν ο σταδιακός περιορισμός της εκμετάλλευσης, η δικαιότερη διανομή των αγαθών, η κρατικοποίηση επιχειρήσεων με ιδιαίτερη σημασία για την κοινωνία.

Gunnar HERING, Τα πολιτικά κόμματα στην Ελλάδα, 1821-1936, τόμος Β’, σ. 848-849.

ΚΕΙΜΕΝΟ Β

Πρόγραμμα του Λαϊκού Κόμματος
Α. Να θεμελιωθεί το Κράτος επί υγιών βάσεων, να εξασφαλισθή η εκλογή των οργάνων αυτού εκ των καταλληλοτέρων προσώπων, ως και η εις το καθήκον αφοσίωσις. Άλλως είναι αδύνατος οιαδήποτε κοινωνική μεταρρύθμισις και αύξησις των λειτουργιών της Πολιτείας.
Β. Να εξασφαλισθή η κυριαρχία του λαού, αιρουμένων των προσκομμάτων της γνησίας εκδηλώσεως του πολιτικού του φρονήματος και διευκολυνομένης της αμεσωτέρας συμμετοχής αυτού εις τα νομοθετικά έργα.
Γ. Να οργανωθούν επαγγελματικώς αι εργαζόμεναι τάξεις προς καλλιτέρευσιν της οικονομικής θέσεώς των, ηθικήν προαγωγήν αυτών και εισαγωγήν κοινωνικοτέρων μορφών παραγωγής και κυκλοφορίας των αγαθών.

Τα αριστερά κόμματα αρχικά ήταν ομάδες με σοσιαλιστικές ιδέες, συνήθως ξένες προς την κοινωνική βάση στην οποία ήθελαν να απευθυνθούν, και αντιμετώπιζαν δυσκολίες συνεννόησης και κομματικής συσπείρωσης.
 Σοβαρότερη από όλες αυτές τις ομάδες ήταν η Κοινωνιολογική Εταιρεία, η οποία ξεκίνησε από μερικούς διανοούμενους ως αριστερός μεταρρυθμιστικός σύνδεσμος, με στόχο να προπαγανδίσει πολιτικές θέσεις και στη συνέχεια να ιδρύσει κόμμα. Επιζητούσε για όλα τα μέλη της κοινωνίας ισότητα ευκαιριών, κοινωνικοποίηση των μέσων παραγωγής και διανομή των αγαθών ανάλογα με τις ανάγκες καθενός, πράγμα που θα μπορούσε να υλοποιηθεί με τη σταδιακή αναμόρφωση της οικονομίας και τη συνταγματική μεταβολή. Όπως, άλλωστε, επισημαίνεται στο Κείμενο Α οι Κοινωνιολόγοι ασκούσαν κριτική στο υπάρχον οικονομικό σύστημα, καθώς αυτό βασιζόταν στην ιδιωτική ιδιοκτησία των μέσων παραγωγής και στον ελεύθερο ανταγωνισμό. Στοιχείο που επέτρεπε στην τάξη των ιδιοκτητών να έχουν υπό τον έλεγχό τους όχι μόνο την οικονομία, αλλά και το ίδιο το πολιτικό σύστημα και τα κόμματα, χωρίς να διαφεύγουν από την επιρροή τους μήτε η επιστήμη και η τέχνη. Σε ό,τι αφορά μάλιστα τα κόμματα, οι Κοινωνιολόγοι σχολίαζαν πως αυτά είχαν γίνει υποχείρια των καπιταλιστών, έστω κι αν δεν εξηγούσαν το γιατί η πλειονότητα των ψηφοφόρων τα στήριζαν. Για να επιτευχθούν αυτοί οι στόχοι έπρεπε να οργανωθούν οι εργάτες σε επαγγελματικές ενώσεις και να ιδρύσουν κόμμα. Ενώ, όπως αναφέρεται στο Κείμενο Α, σαφές ζητούμενο ήταν κι ο περιορισμός της εκμετάλλευσης των εργαζομένων. Πράγματι, στα μέσα του 1910 οι Κοινωνιολόγοι ίδρυσαν το Λαϊκό Κόμμα, με αρχηγό τον Αλέξανδρο Παπαναστασίου. Βασικές προγραμματικές δηλώσεις του ήταν η αναμόρφωση του πολιτικού συστήματος και η επιβολή αρχών κοινωνικής δικαιοσύνης. Επιπροσθέτως, όπως αυτό προκύπτει από το Κείμενο Β, το Λαϊκό Κόμμα επιζητούσε να εκλέγονται τα πλέον κατάλληλα πρόσωπα για τη στελέχωση του κράτους και να πρυτανεύει η αφοσίωσή τους στο καθήκον, καθώς σε διαφορετική περίπτωση, δεν θα ήταν εφικτή καμία κοινωνική μεταρρύθμιση, αλλά ούτε και η ενίσχυση των λειτουργιών της Πολιτείας. Συνάμα, επιζητούσε την πλήρη διασφάλιση της λαϊκής κυριαρχίας, με την άρση των όποιων εμποδίων υπήρχαν στην εκδήλωση των πραγματικών πολιτικών τους πεποιθήσεων, καθώς και με τη διευκόλυνση της πιο άμεσης συμμετοχής των πολιτών στο νομοθετικό έργο. Τέλος, επιδίωκε την ηθική ανάπτυξη της εργατικής τάξης και την εφαρμογή κοινωνικότερου χαρακτήρα στις μορφές παραγωγής και στη διακίνηση των αγαθών. Στις δεύτερες εκλογές του 1910 εξελέγησαν 7 υποψήφιοι του κόμματος, οι οποίοι παρείχαν κριτική υποστήριξη στους Φιλελευθέρους.
Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...

Λατινικά Γ ΛυκείουΘεωρία - Ασκήσεις Συντακτικού - Γραμματική

X